ἄτρακτος

ἄτρακτος
Grammatical information: m. (f.)
Meaning: `spindle' (Hdt.), also `arrow' (S., acc. Th. 4, 40 Laconian).
Other forms: ἄδρακτος H. (LSJ Supp.), Gloss.
Derivatives: ἀτρακτυλ(λ)ίς, -ίδος `spindle-thistel, Carthamus lanatus' (Arist.). ἀτρακίς kind of thistle (Strömberg Pflanz. 105).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Compared with Skt. tarku- `spindle'. The connection with Lat. torqueo, and now Myc. toroqejomeno \/trokʷeiomenos\/, is impossible (it would have given π, not κ with Schwyzer 299). The ending has been compared with στρατός, σπάρτον, but remains strange. The ἀ- would also remain unexplained. - Unclear also Alb. tjerr `to spin'. So rather a loan (from the substr.); perh. confirmed by ἄδρακτος and ἀτρακίς, if the variation κ\/κτ is old and not due to simplification ; for -τος cf. ἄσφαλτος and Chantr. Form. 300f. Skt. tarku- will be unrelated. - Not to ἀτρεκής.
Page in Frisk: 1,180

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄτρακτος — spindle masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άτρακτος — η (Α ἄτρακτος) 1. αδράχτι 2. διάφορα εξαρτήματα σε σχήμα αδραχτιού νεοελλ. το κύριο μέρος του αεροσκάφους (σε σχήμα ατράκτου), το οποίο περιλαμβάνει τον θάλαμο πλοηγήσεως και τους χώρους μεταφοράς επιβατών, αποσκευών και εμπορευμάτων αρχ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • άτρακτος — η 1. το αδράχτι με το οποίο, παλιότερα, έκλωθαν το νήμα. 2. ο κορμός του αεροπλάνου στον οποίο υπάρχουν οι θέσεις των επιβατών και οι χώροι των αποσκευών. 3. (μαθ.), τμήμα επιφάνειας της σφαίρας που περιλαμβάνεται ανάμεσα σε δύο μέγιστα ημικύκλιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀτράκτοις — ἄτρακτος spindle masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτράκτοισι — ἄτρακτος spindle masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτράκτου — ἄτρακτος spindle masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτράκτους — ἄτρακτος spindle masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτράκτων — ἄτρακτος spindle masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτράκτῳ — ἄτρακτος spindle masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄτρακτοι — ἄτρακτος spindle masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄτρακτον — ἄτρακτος spindle masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.